Freitag, 7. August 2015

«Χρόνος» και «θρησκεία» - Περί της εν ελλάδι επανιθαγενοποίησης

«Χρόνος» και «θρησκεία» - Περί της εν ελλάδι επανιθαγενοποίησης


ΕΙΣΑΓΩΓΗΞανά και ξανά ο Ελληνισμός έρχεται στην Ελλάδα αντιμέτωπος με τη θέση ότι δεν θα μπορούσε τάχα να επιβιώσει «στον σημερινό κόσμο» και ότι η επανελλήνιση «δεν είναι δυνατή στο σύγχρονο κόσμο», με θέσεις δηλαδή που έχουν ήδη διαψευστεί από τη πραγματικότητα. Μας χωρίζουν αιώνες από την εποχή του Πλήθωνος και των «στρατιότι», μας λένε, η επιστροφή στο παρελθόν δεν είναι εφικτή. Η αναζωογόνηση της αρχαίας θρησκείας είναι αδύνατη. Η ελληνική θρησκεία είναι νεκρή και θαμμένη. Ξανά και ξανά ακούμε αυτές και άλλες παρόμοιες απόψεις, τις οποίες κατατάσσω σε δύο κατηγορίες: «Εποχή» και «Θρησκεία».

ΧΡΟΝΟΣ
Οι υποστηρικτές τέτοιων απόψεων θεωρούν κάπως αυτονόητο, ότι οι (εθνικοί) Έλληνες θέλουν να «ταξιδέψουν» πίσω στο παρελθόν, μολονότι είναι οι εθνικές ή, όπως τις ονομάζουν σήμερα, «φυσιολατρικές θρησκείες» που δεν έχουν καν ανάγκη από μία τέτοια επιστροφή, διότι εξελίσσονται παράλληλα με τα έθνη τους και γνώριζαν πάντα πως να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, ακριβώς επειδή είναι οργανικές θρησκείες. Αυτό το επιχείρημα προσπερνάει την ελληνική θρησκεία εντελώς και στοχεύει μάλλον στις θρησκείες της «μίας και μοναδικής αλήθειας», «του ενός και μοναδικού θεού», αφού αυτές εξακολουθούν να επιμένουν στις αρχαίες «ιερές γραφές» τους, οι οποίες δεν ορίζουν μόνο την πίστη, αλλά και την κοσμοθέαση και χρονοαντίληψη των ευσεβών και εκκοσμικευμένων πιστών τους. Εμείς, τα έθνη, από την άλλη πλευρά, που δεν έχουμε «ιερές γραφές» ή «θείες αποκαλύψεις», δεν έχουμε τέτοιο πρόβλημα. Η δυνατότητα επανελλήνισης κρίνεται λοιπόν από μια συγκεκριμένη οπτική γωνιά, επί τη βάσει μάλιστα υποτιθέμενων προθέσεων ή απόψεων που αποδίδονται μεν στους Έλληνες, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι δικές τους. Επιπλέον, η συγκεκριμένη οπτική γωνία δεν είναι κατάλληλη για να αξιολογήσει επαρκώς το φαινόμενο της επανελλήνισης, διότι χαρακτηρίζεται από προκατάληψη και μία διαφορετική αντίληψη του χρόνου.

Χρόνος. Τελικά, τί ακριβώς εννοούν με τον όρο «χρόνος»; Το σύγχρονο δυτικό πολιτισμό; Τη ρωμιοσύνη; Μάλλον εννοούν την αντίληψή ενός γραμμικού χρόνου, την οποία ούτως ή άλλως δεν συμμεριζόμαστε. Γι’ αυτούς ο χρόνος αρχίζει από ένα σημείο και μετά να μετράει, έχει σκοπό και «τέλος», ρέει προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση· το «παλιό» ξεπερνιέται από το «νέο», καθιστάται περιττό. Όλες οι πολιτισμικές αλλαγές είναι «εξελίξεις», περαιτέρω βήματα προς τον τελικό «προορισμό» του χρόνου. Κάθε πράγμα «εξελίσσεται» σε κάτι άλλο. Γενοκτονία, εθνοκτονία, διωγμοί, αφομοίωση; Όχι, «εξέλιξη», «πρόοδος», «συνέχεια», «μετατροπή», «ανανέωση».[1] Καθισμένος στο άλογο του «πρόοδος», οδηγεί ο χρόνος τον κόσμο «προς τα εμπρός». Η εκάστοτε νέα εποχή αντικαθιστά και κληρονομεί την προηγούμενη, γίνεται το κλειδί για το «μέλλον». Έτσι, ο μονοθεϊσμός «διαδέχθηκε» τον πολυθεϊσμό, ο οποίος έπρεπε ουσιαστικά να «εξελιχθεί» σε μονοθεϊσμό, δεδομένου ότι μία τέτοιου είδους «εξέλιξη» αντιστοιχεί σ’ αυτή την αντίληψη του χρόνου. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, θα ήταν αρμόζον εάν ο αθεϊσμός αντικαταστούσε τώρα τον μονοθεϊσμό ή το ισλάμ τον χριστιανισμό. Ακριβώς όπως οι αρχαίοι φιλόσοφοι προετοίμασαν τάχα το έδαφος για τον ιουδαιοχριστιανισμό, έτσι ο μονοθεϊσμός χάραξε με την βεβήλωση του πλανήτη την πορεία προς την εποχή του αθεϊσμού. Και φυσικά, όπως ο μονοθεϊσμός αποτέλεσε την «εξέλιξη» του πολυθεϊσμού, μπορεί και ο αθεϊσμός με τη σειρά του να «διαδεχθεί» σήμερα τον μονοθεϊσμό. Με ευκολία μπορούμε να σύρουμε την ιδέα αυτή στα τάρταρα της γελοιότητας, η φαντασία δεν έχει όρια. Όπως και να ’χει, ο χρόνος δεν ενδιαφέρεται για τις ανθρώπινες ιδέες περί εξέλιξης και προόδου.

Ούτε θέλουμε ούτε μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στο χρόνο. Ζούμε εδώ, υπάρχουμε τώρα. Αυτή είναι η εποχή μας. Ωστόσο, πράγματι επιστρέφουμε «πίσω», πίσω στον δικό μας πολιτισμό και τρόπο ζωής που τροφοδοτείται από την κοσμοθέαση μας, μια κοσμοθέαση που δεν έχει ανάγκη από «εκσυγχρονισμό» -κάτι τέτοιο άλλωστε καταλήγει, στις περισσότερες περιπτώσεις, στην εξομοίωση με την «Δύση»- και γι’ αυτό δεν την προσαρμόζουμε στις τρέχουσες επιταγές και αξίες, αλλά μόνο στο «παρόν», και μάλιστα μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητο για την επιβίωση του ελληνισμού. Ζούμε στην, αλλά όχι ανάλογα με την εποχή μας, η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι διαποτισμένη από ένα τελείως διαφορετικό αξιακό σύστημα. Αυτή είναι η διαφορά. Η πραγματικά αναγκαίη προσαρμογή σχετίζεται με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες και τις απαιτήσεις του νυν πολιτισμού. Η αποβολή της θρησκείας και του πολιτισμού των κατακτητών και η στροφή προς τον ημέτερο πολιτισμό δεν είναι ένδειξη νοσταλγίας ή δραπέτευσης στο «παρελθόν», ειδικά όταν οι ίδιοι οι κατακτητές παρουσιάζουν τον ελληνικό πολιτισμό ως το παρελθόν του δικού τους πολιτισμού και μετέπειτα ως συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού. Οι Λακότα και άλλα έθνη πασχίζουν επίσης για τις αυτόχθονες παραδόσεις τους. Αν αυτό συνιστά αναχρονισμό, τότε βρισκόμαστε πέραν πάσης αμφιβολίας σε πολύ καλή παρέα.
Η ανθρωπολόγος Δρ. Ευγενία Φωτίου παρουσιάζει στο άρθρο της «We are the Indians of Greece»: Indigeneity and Religious Revitalization in Modern Greece (CrossCurrents, Ιούνιος 2.014, σελ. 219-235) τα ζητήματα που όντως απασχολούν τους Έλληνες: επανιθαγενοποίηση, παράδοση, εθνική συνείδηση, κοινωνική δικαιοσύνη και θρησκευτική ελευθερία. Ο «χρόνος» δεν ήταν ποτέ το πρόβλημα μας. Σε αντιδιαστολή προς τις ιδρυθείσες κοσμοθεωρίες που περιορίζονται από τις «ποδοπέδες» των διάφορων ιερών τους γραφών, ο εθνισμός βασίζεται στη φύση και πορεύεται σύμφωνα με το «ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΖΗΝ» («όμολογουμένως τή φύσει ζήν»).

ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Είναι λοιπόν ο Ελληνισμός ή, ορθότερα, η επανελλήνιση μια επιστροφή στην «αρχαία θρησκεία»; Όχι. Δεν επιστρέφουμε σε κάποια «θρησκεία», αλλά παλινορθώνουμε τον πολιτισμό, τον τρόπο σκέψης και ζωής, πάει να πεί το έθος μας. Κάθε («πολιτισμικό») έθνος προϋποθέτει ένα ιδιαίτερο έθος. Αυτό το έθος συμπεριλαμβάνει σαφώς και τη «θρησκεία» του εκάστοτε έθνους, συνιστώντας οργανικό τμήμα του ίδιου. Θρησκεία. Ουσιαστικά δεν υπήρχε κάτι τέτοιο στην αρχαία Ελλάδα, τουλάχιστον όχι με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Εμείς οι Έλληνες προσδιορίζουμε τη λατρεία των θεών μας ως «ευσέβεια», όμως για λόγους σαφήνειας την περιγράφουμε σήμερα ως «θρησκεία». Αρχικά, η «ευσέβεια» δεν ήταν τίποτα περισσότερο από το να τηρεί κανείς τα πατρώα τυπικά («πατρώος νόμος»). Μετά τη συγχώνευσή της με τη κοσμοθέαση του έθνους και τη φιλοσοφία, η «ευσέβεια»
άρχισε σταδιακά να παίρνει μια νέα μορφή. Αλλά η ελληνική θρησκεία δεν αποτέλεσε ποτέ ξεχωριστό τμήμα του ελληνικού πολιτισμού, της πόλις ή του οίκου, τουναντίον, ήταν πάντοτε στενά αλληλένδετη με την καθημερινή ζωή των ελλήνων, τόσο στο προσωπικό όσο και στο συλλογικό επίπεδο. Η εγκυκλοπαίδεια Britannica ορίζει την ελληνική θρησκεία ως εξής: «Ελληνική θρησκεία: θρησκευτικές αντιλήψεις και πρακτικές των αρχαίων Ελλήνων. Η Ελληνική θρησκεία δεν ταυτίζεται με την ελληνική μυθολογία, η οποία έχει να κάνει με τις παραδοσιακές ιστορίες, αν και αυτά τα δύο συνδέονται στενά μεταξύ τους. Όλως περιέργως για έναν τόσο θρησκευόμενο λαό, οι Έλληνες δεν είχαν μια λέξη για την ίδια τη θρησκεία [με τη σημερινή έννοια της λέξης]· οι πλησιέστεροι όροι ήταν ευσέβεια (‹εὐσέβεια») και θρησκεία (‹λατρεία›)» (Εγκυκλοπαίδεια Britannica, λήμμα: Greek religion, τελευταία πρόσβαση: 15η Μαΐου «2013»). 

Η από διάφορους χριστιανικούς κύκλους διαμορφωμένη ιδέα του ελληνικού εθνισμού ως απλή θρησκεία ή θρησκευτική κοινότητα βολεύει για διάφορους λόγους, τόσο το «ελληνικό» κράτος, όσο και την εκκλησία του. Και αυτήν την εικόνα θέλουν να περάσουν στην κοινωνία. Γι’ αυτό τον ονομάζουν μέχρι σήμερα «ειδωλολατρία», «παγανισμό» και επίσης εδώ και μερικά χρόνια «νεοπαγανισμό» (μπερδεύοντάς έτσι δύο διαφορετικά φαινόμενα). Τόσα χρόνια τώρα ο «ελληνισμός» ορίζεται ανάλογα με τα γούστα του νέου κράτους και της εκκλησίας του, εκφράζοντας την ιστορία των «Ελλήνων», όπως κατασκευάστηκε ή παραμορφώθηκε ιδεολογικά απ’ το νέο κράτος και τους εθνικιστές του, πριν 200 χρόνια. Ο πυρήνας αυτού του φανταστικού «ελληνισμού» και της νέας «ελληνικής» συνείδησης είναι ο ορθόδοξος χριστιανισμός. Ήδη από το 1.830 ξεκίνησε η σταδιακή ένταξη της ορθοδοξίας στην νέα «ελληνική» συνείδηση, με αποτέλεσμα να ταυτίζεται ο ελληνισμός ή τελοσπάντων ό,τι εκλαμβάνεται ως «ελληνισμός» με την ορθοδοξία. Έκτοτε η ρωμιοσύνη φοράει ελληνικό μανδύα.

Σύμφωνα με το επίσημο κρατικό δόγμα αποκαταστάθηκε μαζί με την ίδρυση του σύγχρονου «ελληνικού» κράτους και ο ελληνικός πολιτισμός. Η επανελλήνιση αναιρεί βέβαια αυτόν τον ισχυρισμό. Αν ο πολιτισμός της σύγχρονης ελλάδας ήταν ο ελληνικός, δεν θα υπήρχε καμία ανάγκη για επανελλήνιση. Οι χριστιανικοί και εθνικιστικοί κύκλοι όμως κοπιάζουν με περισσότερα ψέματα ή συνωμοσιολογίες να ταιριάξουν τα αταίριαστα, κι ακριβώς γι’ αυτό τους βολεύει η «θρησκεία», διότι όταν στιγματίζεται ως «ειδωλολατρία», απομονώνεται από τον υπόλοιπο πολιτισμό ώστε να θεωρηθεί ξεχωριστό και κατά συνέπεια «ανταλλάξιμο τμήμα» του ίδιου, αλλά αυτή η ιδέα είναι το αποτέλεσμα μιας στρεβλής αντίληψης του «αρχαίου» ή ελληνικού κόσμου που επιτυγχάνεται μέσα από τις νεωτερικές δυαδιστικές αγκυλώσεις της «δύσης» και ρωμιοσύνης.

Ο ελληνισμός είναι μια ολιστική κουλτούρα, που πάει να πεί ότι οι θεσμοί της είναι οργανικά «συστατικά» της ίδιας, αποτελώντας στο σύνολο τους τον ελληνισμό και την εθνική συνείδηση των μελών του. Ως εκ τούτου, λοιπόν, δεν είναι αντικαταστάσιμα κατά βούληση. Εμείς δεν αντικαθιστούμε μία θρησκεία με μία άλλη θρησκεία, αλλά έναν πολιτισμό με έναν άλλο πολιτισμό, τη ρωμιοσύνη και τη θρησκεία της με τον ελληνισμό και τη θρησκεία του. Ακριβώς όπως η αιγυπτιακή, ρωμαϊκή ή η κέλτικη «θρησκεία», έτσι ανήκει και η ελληνική στην εθνότητα της. Δεν είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού, αλλά άρρηκτα συνυφασμένη μαζί με το ελληνικό φαντασιακό. Ο ελληνισμός είναι ένας εθνισμός, ένα ενιαίο πακέτο. Ανοίγοντας το, βρίσκουμε σ’ αυτό τη γλώσσα, τη τέχνη, τη μυθολογία, το σύστημα αρετών, τους πολιτικούς θεσμούς, τη φιλοσοφία, την αρχιτεκτονική, όπως βέβαια και τη θρησκεία αυτής της εθνότητας. Η Ελληνική γλώσσα, θρησκεία και ο τρόπος ζωής (έθος) είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του ελληνικού έθους δια των οποίων τα ελληνικά φύλα αλληλοαναγνωρίζονται ως ανήκοντες στο ίδιο έθνος ή, πιο σωστά, ως κοινωνοί του ίδιου εθνικού πολιτισμού (Ηρόδοτος, 8.144). Δεν είναι λοιπόν η «θρησκεία» που μας διαφοροποιεί ή ξεχωρίζει από τους «άλλους», αλλά η πολιτιστική μας παράδοση.

Δεν επαναφέρουμε λοιπόν καμία «αρχαία θρησκεία», αλλά απλώς τη δική μας, μαζί βέβαια με τον πολιτισμό στον οποίο ανήκει. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Αν ισχύει ότι η δημοκρατία, η φιλοσοφία, η ελευθερία του λόγου ή η ισότητα ενώπιον του νόμου δεν είναι απαρχαιωμένοι και άρα περιττοί θεσμοί εν έτη 2015 της χριστιανικής χρονολόγησης, τότε γιατί να θεωρηθεί η «θρησκεία» απαρχαιωμένη, περιττή, άχρηστη; Επειδή ενοχλεί. Οι Έλληνες δεν εγκαταλείψαμε μία οποιαδήποτε «θρησκεία» (προς χάριν μίας άλλης), αλλά ολόκληρη την ρωμιοσύνη, κυρίως όμως το φαντασιακό της. Δεν γυρίσαμε απλά τη πλάτη μας στην εκκλησία, αλλά την αφαιρέσαμε από τα μυαλά μας (χρόνια σκληρής προσπάθειας). Όσον αφορά αυτό το κομμάτι, ίσως να ακολουθήσαμε τα χνάρια του Πλήθωνα Γεμιστού, αλλά όχι την εποχή του.

Δεν αντικαταστήσαμε λοιπόν τη θρησκεία Α με τη θρησκεία Β, αλλά έναν πολιτισμό με έναν άλλο πολιτισμό. Τη ρωμιοσύνη ή την «δύση» με τον ελληνισμό. Αυτή η μεταστροφή πάει χέρι-χέρι με μία ουσιώδη αλλαγή της αντίληψης και κατά συνέπειας συμπεριφοράς, ύπαρξης και συνείδησης. Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της επανελλήνισης, που δυστυχώς όμως δεν γίνεται κατανοητό από πολλούς ανθρώπους. Όταν μας χλευάζουν λ.χ. κάποιοι αθεϊστές, λέγοντας: «Ξεφορτώθηκαν ένα θεό, όμως φορτώθηκαν άλλους δώδεκα», απλά δείχνουν ότι δεν έχουν κατανοήσει το νόημα του αιτήματος μας. Οι αθεϊστές νομίζουν ότι το «θέμα» τελειώνει με την έξοδο τους από την εκκλησία. Υπερεκτιμούν τη σημασία της αθεΐας. Η θετική ή αρνητική απάντηση στο ερώτημα της ύπαρξης «του θεού», δεν μας λέει τίποτα για το τί κουβαλάμε στα κεφάλια μας. Δεν έχει μεγάλη διαφορά να είναι κάποιος αθεΐστής ως προς την πίστη, αλλά να εξακολουθεί να είναι χριστιανός ή ρωμιός στη σκέψη. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε, έστω ασυνείδητα, μία κοσμοθεωρία που «αιματώνει» τη σκέψη μας και που ρυθμίζει και διαμορφώνει τη σχέση μας με τον κόσμο. Οι αθεϊστές έχουν εγκαταλείψει μεν τη θρησκεία, αλλά όχι τον ίδιο τον -μαζί με το μητρικό γάλα απορροφημένο- πολιτισμό, τις αγκυλώσεις και φαντασιακό της ρωμιοσύνης. Αυτό αποτελεί μία τελείως διαφορετική «οικοδομή». Η επιφανειακή αντικατάσταση της ρωμιοσύνης με τον αθεϊσμό είναι το ίδιο ανόητη, όπως η επιφανειακή υποκατάσταση του τριαδικού Γιαχβέ με το Δωδεκάθεο από κάποιους αρχαιοκεντρικούς.

ΤΕΛΟΣ
Ο Πλήθων, ένας από τους πατέρες της αναγέννησης, απέδειξε ότι η προσπάθεια αποκατάστασης του ελληνισμού δεν είναι ούτε μάταιη, ούτε άνευ νοήματος. Το γεγονός ότι συνεχίζουμε την ολοκλήρωση του έργου του Πλήθωνος, δεν σημαίνει ότι έχουμε γαντζωθεί στην εποχή του. Οι σημερινές προκλήσεις είναι διαφορετικής φύσεως. Όντως βαδίζουμε στα χνάρια του Πλήθωνα, αλλά όχι μόνο. Ο θάνατος του Πλήθωνος δεν ήταν το τέλος. Ο ελληνισμός είχε κατά κάποιο τρόπο επιζήσει. Υπενθυμίζω εδώ εν συντομία τους «στραντιότι» (Μιχαήλ Μάρουλος), τον Νικόλαο Πολίτη (1852-1921), Λουί Μενάρ (1822-1901), την προσπάθεια επαναφοράς της ελληνικής θρησκείας σε συνδιασμό με την καθιέρωση του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας στα Επτάνησα κατά τη σύντομη διάρκεια της «γαλλοκρατίας» (1797-1799) από πλευράς των Ελλήνων Ιακωβίνων ή την λατρεία της Δήμητρας χωριό της Ελευσίνας κοντά στην Αθήνα, η οποία τερματίστηκε βίαια μόλις το 1801 (J. C. Lawson, Modern Greek Folklore and Ancient Greek Religion, σελ. 79-80, Cambridge 1910). Αποστολή και καθήκον μας είναι η σύνθεση όλων των επιμέρους θρυψάλων που έχουν απομείνει από τον πολιτισμό μας σε ένα σύνολο.

Πλάτωνας, Πλωτίνος, Πρόκλος, Πλήθων - όλοι τους έζησαν στο παρελθόν, αλλά η ζωή και το έργο τους άντεξαν το θάνατό τους και άφησαν ένα βαθύ σημάδι στην ιστορία. Το πυρ της Εστίας δεν έσβησε τελείως. Εδώ κ’ εκεί τρεμοφέγγει η θράκα της φλόγας κάτω από τις στάχτες. Χρειάζεται μόνο μία μικρή σπίθα για να φλογίσει το πνεύμα μας, μόνο ψίθυρος του ανέμου για να ανάψει και πάλι η ιερή φλόγα.

Στυλιανός Κ. Αρίστων,
20 Θαργηλιών του 2oυ έτους της 698. Ολυμπιάδας / 7 Ιουνίου του 2.015


[1] Ένας κυνισμός τέτοιου είδους μπορεί να πάρει τις πιο ανώμαλες μορφές και διαστάσεις, ακολουθούν κάποιες φανταστικές, αλλά και υπαρκτές παρατραβηγμένες περιπτώσεις που κλονίζουν και θα κλόνιζαν κάθε ευαισθητοποιημένο άνθρωπο: Το βυζάντιο ως «εξέλιξη» και «συνέχεια» του ελληνισμού, η οθωμανική αυτοκρατορία ως «εξέλιξη» και «συνέχεια» της βυζαντινής, οι ΗΠΑ ως «εξέλιξη» και «συνέχεια» της ιθαγενής αμερικάνικης κουλτούρας, το 3ο Ράιχ ως «εξέλιξη» και «συνέχεια» του γερμανικού ιουδαϊσμού, το σύγχρονο τούρκικο κράτος «εξέλιξη» και «συνέχεια» του πολιτισμού της κύπρου και της αρμενίας, η ρωμιοσύνη ως «εξέλιξη» και «συνέχεια» του πολιτισμού των Τσάμηδων στην Ήπειρο.